ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΤΗΣ

(Στὴν ἀλησμόνητη Κα Μαρία Ἁγιοβλασίτου)

Μακριὰ ᾿π᾿ τοῦ κόσμου τὴ βοή,
τὸ κύμα ἀγνάντια ποὺ γελᾶ,
τῆς ἐξοχῆς κεῖ ποὺ ἡ ζωὴ
γλυκιά, γαλήνια ἀργοκυλᾶ,

Σὰ μιὰ ζωὴ τῆς ἐξοχῆς,
σὰν τῆς ζωῆς παλμὸς κρυφός,
μέσ᾿ τοὺς ἀνθοὺς κάθ᾿ ἐποχῆς,
καμαρωτό, λευκὸ στὸ φῶς,

ζεῖ τὸ σπιτάκι της. Ζεστὸ
σὰ μία καλόδεχτη ἀγκαλιά,
σὰν ἕνα στόμα γελαστό,
χαϊδευτικὴ σὰ μιὰ μιλιά.

Ἐκεῖ ἡ ζωή της σιωπηλὴ
σκορπιέται γύρω καὶ περνᾶ.
Κάθε στολίδι διαλαλεῖ
τὴ χάρη ποὺ τὸ κυβερνᾶ.

Κ᾿ ἡ καλωσύνη της ψυχὴ
ἀχνὴ σὰν κρίνων εὐωδιὰ
κι᾿ ὁ κάθε λόγος της εὐχὴ
σὰ ν᾿ ἀνεβαίνη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.

Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.

Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ

Ὁ νέος ποὺ πρόσμενες νἀρθῇ
δὲν ἦρθε μήτε ἀπόψε.
-Μὰ τί θὰ τοὔλεγες; Γιατί;
Ἄσε τὸ μάταιο νὰ χαθῆ.
Τὸ ἄμοιρο φύτρο κόψε.

Μὴ σοῦ πλανεύει τὴν καρδιὰ
τὴ χιλιοπαθημένη,
μία ἀναγελάστρα ἐπιθυμιά.
Στὴν ἐαρινὴν αὐτὴ βραδιὰ
μία πίκρα εἶνε χυμένη.

Μὰ δὲν ἀκοῦς τὴ συμβουλή,
τόσο ἡ μαγεία σὲ δένει.
Μήτε κι᾿ ἀπόψε δὲ θαρθῆ
κ᾿ ἔτσι θὰ γίνη πιὸ πολὺ
τὸ αὔριο ποὺ περιμένει.

Στὰ σκοτεινά του μάτια φῶς
ἡ ἀπουσία θὰ χύση,
τ᾿ ἀδέξια χέρια του, μὲ ὁρμὴ
συγκρατημένη, ἕνας κρυφὸς
καημὸς θὰ τὰ φιλήση

καὶ θὰ τὰ ἰδῶ νὰ μοῦ ἁπλωθοῦν,
νἆναι δειλὰ στὴ νίκη,
γλυκὰ στὴν πίστη πὼς μποροῦν,
κύμα χαδιῶν, νὰ μὲ τραβοῦν
στὸ βάθος σὰ χαλίκι.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΕΜΕΝΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ…

Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔφερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ

Τὴν ὥρ᾿ αὐτὴ ποὺ δὲ λυπᾶμαι
κόπη ὁ δεσμὸς μὲ τὴ ζωή.
Εἶμαι ἄδεια θήκη ἀποθεμένη
μέσα στοῦ κόσμου τὴ βοή.

Ἄλλοι μὲ βλέπουν μ᾿ ἕνα βλέμμα
ποὺ ὑπόσχεται τὸν οὐρανό.
Ἄλλοι τὴν κόλαση μοῦ δείχνουν
μέσα σὲ πλαίσιο φωτεινό.

Κάποιοι ἔκπληκτοι μὲ χαιρετοῦνε.
(Πῶς τάχα νὰ τοὺς συγκινῶ;)
Καὶ σκύβουν κάτι γιὰ νὰ ποῦνε,
μὰ ποὺ δὲ θἆναι ἀληθινό.

Τ᾿ ὁμοίωμά μου θἄχη βέβαια
κάποια περίεργη ἱστορία,
μὰ ποὺ ὅλη αὐτὴ δὲ θὰ μοῦ λύνει
τὴν μικρούλα μου ἀπορία…

Γιὰ ὅλα θὰ λένε (Ἐκτὸς ἐμένα
εἶνε ὅλοι τους εἰδοποιημένοι).
Μὰ δὲ θὰ λένε γιὰ τὰ δαιμόνια
ποὺ ἀπὸ μικρὴ μ᾿ ἔχουν παρμένη.

Γιὰ τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ χρυσάφι
πληρῶσαν, τάχα ἀληθινό,
κι᾿ ὕστερα μοῦ φωνάζουν πάντα
πὼς ἤτανε τὸ πιὸ φτηνό!

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

Ο ΤΡΕΛΛΟΣ

Ἕνας τρελλὸς καθότανε στὴν εἴσοδο
τὴ νύχτα ἀπόψε καὶ μιλοῦσε,
μιλοῦσε βιαστικὰ κι᾿ ὅταν ἀπόσταινε
κάποτε, σκεφτικὰ χαμογελοῦσε.

Μιλοῦσε γιὰ τὴ γνώση, τὴν ὀνόμαζε
τὴν πρώτη ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων.
«Μὰ θὰ μιλήσω ἀπόψε κι᾿ ἂς μὲ δέσουνε,
ξέρω τὰ μυστικὰ τῶν ἅγιων τόπων!

»Ξέρω ὅλο μυστικὰ καὶ γύρω μου ἄφοβα
θὰ τὰ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ἤμουν τρελλὸς τόσον καιρὸ ποὺ σώπαινα
κι᾿ αὐτὰ μοὔχουν βαρύνει τὸ κεφάλι.

»Φίλε μου νἆσαι ἁπλῶς πολυλογάς
χωρὶς οὐσία, θἆσαι βάρος.
Φρόντιζε νἆσαι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος
καὶ μόνος σου νὰ παίρνῃς θάρρος.

»Νἄχῃς καρδιὰ κι᾿ ὅλο νὰ εὐφραίνεται
μ᾿ αἴσθημα καὶ φιλοτιμία,
εἶνε… νὰ καρτερᾶς τὸ θάνατο
καὶ νἄρθη μία λιποθυμία!!!

»Εἶδες ὁ φουκαρὰς ὁ τζίτζικας
ψόφησε ἐχτὲς ἀπὸ εἰλικρίνεια.
Τὰ λέγε ἀληθινὰ κ᾿ ἐπίμονα
καὶ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια.

»Στὸ τέλος ἔσκασε ἀπὸ εὐγένεια
κ᾿ ἐπίσημα κυλίστηκε στὸ χῶμα…
Α φαῦλοι, δὲ θὰ μοῦ τὸ κλείσετε
ποτὲ τ᾿ ἀχρεῖο μου τὸ στόμα!»

Καὶ τἄλεγε τόσο ἤρεμα
τόσο γλυκὰ ἡ ματιά του ἐφωτοβόλει,
γελοῦσε ξαφνικὰ κ᾿ ἔτσι χαρούμενα
σὰ νἄταν ἡ καρδιά του περιβόλι!

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΤΗ…

Τὴν ὥρα τούτη, ὅσο ποτέ, σὲ συλλογιέμαι
ἐρημικὴ ψυχή, ξένε διαβάτη.
Φίλοι κι᾿ ἀγάπες ἦταν γύρω σου! (Πλανιέμαι
ἢ ἀλήθεια λυπημένο εἶχες τὸ μάτι;)

Οὔτε μία ἀγάπη, οὔτε ἕνας φίλος τόσο
ποὺ σὲ μίαν ὥρα σὰν αὐτή,
τὸ χέρι νὰ σοῦ σφίξη. (Θὰ γλυτώσω
τὴ φήμη σου ἀπ᾿ τὴν ψεύτικη γιορτή).

Δὲν ἐστεκόταν, ναί, κανεὶς τόσο κοντά σου
καὶ κάποτε ὅποιον «φίλον» ὀνομάζεις
στὴ μοίρα σου εἶνε πρόκληση, ξεφώνημά σου
στὴν ἐρημιὰ ποὺ ἡ σιωπή της σὲ τρομάζει.

Μονωμένος φριχτά, μὲ ξεσκισμένη
ἐλεεινὰ τὴν πορφύρα σου τοῦ ὀνείρου,
τράβηξες γιὰ μία χώρα ξακουσμένη
κι᾿ ἄφαντη, στὴ βαθιὰ καρδιὰ τοῦ ἀπείρου.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα