Category Archives: Ανέκδοτα Ποιήματα

Η ΕΥΧΗ ΜΟΥ

Τώρα ποὺ ὅλοι σοῦ στέλνουνε ὁλόθερμες εὐχὲς
ὁ δρόμος μπρὸς σ᾿ ἀνοίγεται μὲ ἄνθη στολισμένος
Σὲ συνοδεύουν τἄσματα τὰ γέλοια κ᾿ οἱ χαρές
κι ὁ δρόμος Σου μοσχοβολᾶ μὲ ρόδο ποὖν σπαρμένος

Τώρα ποὺ τὰ πουλάκια ἀκόμα μὲ λαχτάρα
Χίλιες εὐχὲς σοῦ στέλνουν μ᾿ ὁλόγλυκεια φωνή
πρόσεξε καὶ στ᾿ ἀγέρι νὰ δῆς μὲ τί γλυκάδα
σοῦ ψιθυρίζει πάντα τὴν ἰδικὴ μ᾿ Εὐχή

Τὸ ξεύρω πὼς γιὰ Σένα
εἶναι μικρὴ πλασμένη
ἂν τούτοις πίστευσέ με
ἀπὸ καρδιᾶς βγαλμένη

«Μὲ χίλια ροδοπέταλα
Σὲ ραίνω λατρευτή μου
Σοῦ εὔχομαι χρυσὴ ζωή»
αὐτὴ εἶναι ἡ Εὐχή μου.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΝΕΑ ΧΑΡΑ

Μέσ᾿ στὴν καρδιά μου ἕνα ὄνειρο καινούριο ἔχει φωλιάσει
τὸ νοιώθω μὲ λαχτάρ᾿ ἀπὸ καιρό.
Ὅμως νὰ θαρρευτῶ, ἡ δειλὴ καρδιά μου ν᾿ ἀλαφιάση,
σὰν ἀπὸ κάποιο φόβο δὲν μπορῶ.

Τὰ χάδια του τῆς εὐτυχίας τοὺς οὐρανοὺς μοῦ ἀνοίγουν,
μὰ πρὶν στὰ χείλη μου ἄφτονο φανῆ
τὸ γέλιο, πάλι κλείνουνε καὶ πάλι δάκρια πνίγουν
τὰ μάτια μου καὶ τὴν καρδιά μου… ἀλοί!

Χάλκινη παραστέκεται τσιγγάνα στὰ ὄνειρά μου
κι᾿ ὅλο μου λέει στὸν ἴδιονε σκοπό·
μὲ δάκρια θὰ ὑποδέχουμε τὴν κάθε νέα χαρά μου
καὶ θὰ πεθαίνη κάθε ποὺ ἀγαπῶ.

Μ᾿ ἂς εἶναι, νέο μου ὄνειρο, γιὰ λίγο, ναὶ μονάχα,
χάιδεψε τὶς πληγές μου μίαν αὐγή
καὶ θὰ τὸ νοιώσω ἐγὼ βαθιὰ τὸ χάδι σου… τί τάχα
κι᾿ ἂν θὰ γίνη μία καινούργι᾿ αὐτὸ πληγή;

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΗΘΕΛΑ

Στὴ φίλη μου Βάσω

Ἤθελα νἄβρισκα γιὰ σὲ λουλούδια δροσισμένα
νἄχουν τὸ χρῶμα τὸ γλυκὸ ἀπ᾿ τὸ θλιμμένο δείλι·
τῆς χαραυγῆς ἡ ἐμορφιὰ θὰ τἄχη μαγεμένα
καὶ ἀπαλὰ νὰ τὰ φιλοῦν οἱ εὐωδιὲς τ᾿ Ἀπρίλη.
Ἤθελα νἄβρισκα γιὰ σὲ γλυκόλαλα ἀηδόνια
ποὺ εἶναι πόνος τῆς καρδιᾶς κάθε κελάδημά τους
ποὺ ἀπ᾿ τῆς λεύκας τὴν κορφὴ καὶ τῆς ἰτιᾶς τὰ κλώνια
λύνουν τὸν κάθε τους καημὸ μὲ τὴ γλυκειὰ λαλιά τους.

…Νά! Διάλεξα στὸν οὐρανὸ
τὰ πιὸ λαμπρὰ ἀστέρια
γιὰ νὰ σκορπίσουνε γιὰ σὲ
τὸ φῶς τους τὸ θλιμμένο
κι᾿ ἀνάμεσά τους νὰ γελᾶ
μὲ ἐμορφιὰ αἰθέρια
τὸ φεγγαράκι ὁλόγιομο
σ᾿ ὁλόχρυσα ντυμένο.

Ἢθελ᾿ ἀκόμη ἀπ᾿ τοῦ γιαλιοῦ
τὴ δροσισμένη ἄκρη
κι᾿ ἀπ᾿ τῆς θαλάσσης τὸ βυθὸ
νὰ μάζευα γιὰ σένα
κογχύλια, διαμαντόπετρες
σὰν τῆς θεᾶς τὸ δάκρυ
νὰ τὰ περνοῦσα σὲ χρυσὸ
σειρήτι ἕνα ἕνα.

Καὶ ὅταν μόνη σιωπηλὴ
σὲ σκέψεις βουτηγμένη
γύρης τὴν ὤρια κεφαλὴ
μὲ τὰ χρυσὰ στολίδια
στὸ χέρι τ᾿ ἀλαβάστρινο
κι᾿ ἡ αὔρα μαγεμένη
φιλῆ τὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ
μὲ χίλια δυὸ παιχνίδια,

Ὅταν τὰ μάτια θλιβερὰ
στῆς Νύχτας τὸ σκοτάδι
καρφώσης μὲ παράπονο,
τότε στὴ κεφαλή σου
νὰ σκορπισθοῦν τὰ λούλουδα
καὶ ἀηδονιῶν κοπάδι
γλυκὰ γλυκὰ νὰ τραγουδῆ
τὴ χάρη τὴ δική σου.

Τὸ φεγγαράκι ἀπὸ ψηλὰ
καὶ τὰ χρυσὰ τ᾿ ἀστέρια
νὰ σοῦ μαγεύουν τὴ θωριὰ
τὸ λιγερό σου σῶμα,
τὰ πετραδάκια τοῦ γιαλοῦ
νὰ λάμπουνε στὰ χέρια
καὶ στὸ γλυκό σου τὸ λαιμό·
καὶ θὲ ν᾿ ἀκοῦς ἀκόμα
τὴ λύρα μου ποὺ μὲ λυγμοὺς
ἀπὸ μακρυὰ θὰ ψέλνη
τὸ ὄνειρο τὸ μαγικό με δοξάρια θλιμμένη!

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΣΕ ΣΕΝΑ

Ξέρω νὰ ψάξω καὶ νὰ βρῶ
διαμάντια καὶ ζαφείρια χίλια
κι᾿ ἀπ᾿ τοῦ γιαλοῦ τὸ θησαυρὸ
μαργαριτάρια καὶ κογχύλια

Κ᾿ ἔτσι τεχνόπλεχτα δετὰ
μαζὶ μὲ λουλούδια κι᾿ ἀστέρια
νὰ τὰ φορεῖς καμαρωτὰ
στὸ μέτωπό σου καὶ στὰ χέρια.

Ξέρω στὸ διάβα σου μπροστὰ
ρόδα καὶ κρίνους νὰ μαδήσω
ξέρω μὲ λόγια ταιριαστὰ
τὴ χάρη σου νὰ τραγουδήσω.

Ξέρω πὼς κάτι χωριστὸ
ἀταίριαστο σὲ κάθε ἄλλη
χάρισαν Βάσω μου σὲ Σὲ
Μοῖρες μὲ τὰ πανώρια κάλλη.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΣΤΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ

Ὅλα τὰ ἄνθη τ᾿ ἀγαπῶ
μεθῶ στὸ ἄρωμά των
τὸ βλέμμα νὰ βυθίζεται
ποθῶ στὰ χρώματά των.
Ὑπάρχει ὅμως ἓν λεπτὸν
πολὺ εὐῶδες ἄνθος
ποὺ δὲν μαραίνεται ποτὲ
καὶ τ᾿ ἀγαπῶ μὲ πάθος.
Αὐτὸ δὲ θάλλει στοὺς ἀγροὺς
στοὺς κήπους δὲν ὑπάρχει
καὶ τὰ ἁβρά του πέταλα
ὁ ἥλιος δὲν θάλπει.
Ἔδαφος ἔχει δι᾿ αὐτὸ ἡ τρυφερὰ καρδία
μὲ θέρμη ἀπαράμιλλον καὶ λέγεται Φιλία!

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Τὸ βράδι τῆς μεγάλης πρόβας. Μπαίνουν,
ἄφωνα χελιδόνια, οἱ μουσικοὶ
μαυροντυμένοι, μὲ τ᾿ ὀλάσπρο στῆθος,
μὲ μία βιασύνη ἀργὴ καὶ νευρική.

Οἱ κριτικοί με τὴν καρδιὰ κλεισμένη
ἐπίσημα σ᾿ ἕνα πλαστρὸν σκληρό,
ἀνησυχοῦν τί θἄπρεπε νὰ ποῦνε
γιὰ ἕνα ταλέντο τόσο νεαρό.

Ὁ μουσουργὸς μαζί με δυὸ κυρίους,
ἕνα παιδὶ χαριτωμένο ἐκεῖ
καὶ τίποτε ἄλλο, δὲν μπορεῖ νὰ πείση
πὼς θὰ παιχθῆ δική του μουσική.

Κ᾿ ἔχει μία ἀνησυχία, μὲ τὴ σκέψη
πὼς εἶναι ἀλήθειες τόσο σκοτεινές,
δύσκολες κι ἀφανέρωτες ποὺ μοιάζουν
σὰν τὶς λησμονημένες ζωντανές.

Ντάν! –Τὰ παραπετάσματα κινοῦνται
σὰ νέφη σκοτεινὰ ποὺ ὑποχωροῦν
καὶ φαίνονται τὰ χέρια μιᾶς γυναίκας
ποὺ ψάχνουν στὸ κενὸ καὶ προχωροῦν.-

Νάτη, στὸ μέσο τῆς σκηνῆς ποὺ στέκει
μ᾿ ἕνα γαλήνιο μέτωπο. Γελᾶ
τόσο γλυκά. Στὸ πρόσωπό της τρέχει
ἕνα μεγάλο δάκρυ, ἐνῶ γελᾶ

τόσο γλυκά. –Τὰ χέρια της ὑψώνει
δεμένα στὸ κενό, σὰν ξαφνικὸ
κακὸ νὰ τὴν ἐχτύπησε, λυγίζει
σ᾿ ἕνα χορὸ τρελλό, δαιμονικὸ

κι᾿ ἀφήνει μία φωνὴ σὰν πελαγήσια
βουή· κάτι ἀπὸ μάκρη, ἀπὸ βαθιὰ
ποὺ φτάνει κ᾿ εἶναι δρόσος κι ἁρμονία.-
Βροχὴ τῶν δοξαριῶνε χρυσαφιά.

Κάτι σὰν τὴ φωνὴ τοῦ σπίνου. Φέγγει,
τὸ χεῖλος της καρπὸς χειμωνικὸς
καὶ σκύβει καὶ φιλεῖ τὴ γῆ σὰ νἄταν
ὁ ξεχασμένος τάφος ὁ γλυκός.-

Τὰ χείλη της σαλεύουν. Τρεμουλιάζει
σύσσωμη, ἕνα ἀνοιξιάτικο κλαρὶ
κι᾿ ὅταν ἀνοίξη τὰ κλεισμένα μάτια
ὅλη καθὼς τὸ μέταλλο ἀναρρεῖ.

Καὶ πέφτει μ᾿ ἕνα βόγγο πληγωμένου
ἐνῶ τὰ χείλη της γελοῦν γλυκά.-
Τὰ χέρια της μέσ᾿ στὸ κενὸ σφαδάζουν,
δυὸ χέρια σκλαβωμένα, ἐρημικά.

Καὶ χάνονται πίσω ἀπὸ τὰ γαλάζια
παραπετάσματα ποὺ προχωροῦν
σὰν πνεύματα γαλήνια ποὺ περνοῦνε
χωρὶς ν᾿ ἀνησυχοῦνε καὶ ν᾿ ἀποροῦν.

Οἱ κριτικοὶ κινοῦν βουβὰ τὰ χείλη
σὰν μ᾿ ἀκαταδεξιά: τί λὲς ἐκεῖ!
Κι᾿ ἀνησυχοῦν στ᾿ ἀλήθεια τί θὰ ποῦνε…
«Μιὰ τόσο δίχως χρῶμα μουσική»!

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα

ΑΡΛΕΚΙΝΟΣ

Σὰ μᾶς μεθᾶ βαριὰ ἡ ζωή, μᾶς κλέβει τ᾿ ἀγαθά μας.
Τὰ μάτια μας ποὺ μίαν αὐγή, κάτω ἀπὸ βελουδένιο
χέρι, ξαλάγρεψαν γιὰ τοὺς ποὺ δὲ γνωρίσαν τόπους,
ξαναγυρνᾶνε θλιβερὰ καὶ κατακουρασμένα.
Τὰ χείλη μας ποὺ τρύγησαν τῆς μεστωμένης νειότης
τοὺς μελιστάλαχτους καρποὺς κάτω ἀπ᾿ τὴ φλόγα τοῦ ἥλιου,
ὅμοια μαραίνονται σὰν τοὺς καρποὺς ποὺ λησμονιῶνται.
Καὶ τὰ κορμιά μας ποὺ ἡ ὁρμὴ τἄκανε ν᾿ ἀψηφήσουν
καὶ μέσ᾿ στὸν κόκκινο χαμὸ τῆς φλόγας ποὺ λυτρώνει
γιὰ μία στιγμὴ νὰ πέσουνε βαριὰ σὰ μαγεμένα,
μιοάζουνε τ᾿ ἀνεμόδαρτα κλαδιὰ ποὺ τὰ φοβίζει
ἀκόμη κ᾿ ἡ ἀλαφρότατη τῆς ἄνοιξης πνοούλα.

…………………………………………………………….
Ἡ θλίψη πέφτει τοῦ βιολιοῦ μέσ᾿ στὴ γεμάτη σάλα
τοῦ ἀποκρηάτικου γλεντιοῦ, τοῦ μεθυσιοῦ, τῆς τρέλλας,
σὰν ἕνας τόνος πιὸ βαθύς. Κάθε γωνιὰ τὴν παίρνει
καὶ στὶς πολύαιμες φλέβες μας φτάνει καὶ μᾶς μεθάει.
Ἡ μουσικὴ πνέει τοῦ χοροῦ καὶ γέρνουν τὰ ζευγάρια,
στὸ ἀγέρι τὸ χαϊδευτικὸ πολύχρωμα λουλούδια,
ἡ ἀνατριχίλα τὰ λυγίζει ἀπ᾿ τὴν κορυφὴ ὡς τὴ ρίζα
κι᾿ ἀνάρια ἀνάρια ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ κρυφὰ φιλιὰ θροΐζουν

…………………………………………………………
Θυμᾶμαι τὴν τρελλὴ νυχτιὰ τῆς ἀποκρηᾶς, θυμᾶμαι
τὸν Ἀρλεκίνο τὸν ψηλὸ σὰ φάντασμα, μὲ κεῖνα
τὰ μάτια του, τὰ δυνατὰ μάτια ποὺ εὐθὺς ποὺ κλείναν
καθ᾿ ἔξοδο κι᾿ ἀπόμενες στὴ μοναξιὰ μαζί τους.
Τὰ χέρια ἐκεῖνα τὰ μακριὰ καὶ τὰ χλωμὰ σὰν κρίνα
ἀναιμικά, ποὺ μ᾿ ὅλη τους τὴν ἁπαλότη ἐκείνη,
σὰν φλόγα ἢ σίδερο νἄτανε, τὴν καρδιά μου
ἔνοιωθα μοὔδεναν σφιχτὰ νὰ μὴν τὴν ξαναφήσουν.

Τὰ χείλη του τὰ κόκκινα τόσο, σὰ νὰ ρουφοῦσαν
τὸ καθαρὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς καὶ παίρνανε τὸ χρῶμα.

…………………………………………………………..
Ἔτσι τὸν εἶδα ἀμέτρητες φορὲς μέσ᾿ στὴ ζωή μου
καὶ τὸν ὀνόμασα θεό, δεσπότη τῆς καρδιᾶς μου.
Παιδούλα γλυκοστόχαστη πάνω στὸ κέντημά μου,
κάποιες φορὲς θολώνανε τὰ μάτια μου κι᾿ ὁ νοῦς μου,
ἐπάλλοταν τρεμουλιαστὰ μέσα ἡ μικρὴ καρδιά μου
καὶ μοὔπεφτε τὸ κέντημ᾿ ἀπὸ τὰ βαριά μου χέρια.
Σὰ νέφελο κάποια θαμπὴ περνοῦσε ἐμπρός μου εἰκόνα.

…………………………………………………………..
Καὶ μ᾿ ἀκολούθησε μακριὰ σὲ τόπους καὶ σὲ χρόνους.
Δὲν εἶχα οὔτ᾿ ἕνα λούλουδο χλωρὸ μέσ᾿ στὴν καρδιά μου.
Μία πυρκαϊὰ τὰ νέκρωσε καὶ μοναχὰ οἱ σκιές τους
ἀπόμειναν σὰν ὄνειρα θαμπά, γεμάτα φρίκη.
Ὅμως κ᾿ ἐκεῖ περπάτησε μέσ᾿ στὸ θαμπὸ σκοτάδι
ἀπ᾿ ἄλλοτε πιὸ ζωντανὸς καὶ πιὸ ὄμορφος. Δὲν ἦταν
νὰ βρίσκωμαι σὲ μία γωνιὰ τῆς Φύσης μοναχή μου
καὶ νὰ μὴν ἔρθη σὰν καημός, σὰ στεναγμός, σὰ δάκρυ,
ἢ σὰν τρελλὸς παλμὸς χαρᾶς νὰ γίνη συντροφιά μου.
Δὲν ἦταν τόνος μουσικῆς, ρυθμός, χρῶμα, ποὺ φέρνουν
τοῦ νοῦ μεθύσι ἢ τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ μὴν ἔρθη, χάρη
τῶν οὐρανῶν μὲ τὴ μορφὴ τῶν χερουβεὶμ ἢ πάλι
τῆς καλωσύνης ἡ ψυχὴ μὲ τὴ μορφὴ τοῦ κρίνου,
κάποτε τὸ πικρὸ τοῦ πόνου ἀγκάθι μὲ τὴν ὄψη
τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ ρόδου ἢ τοῦ ναρκίσσου, ἄλλοτε πάλι
ὁ Ἀρχάγγελος μὲ τὴ ρομφαία νὰ πάρη τὴν ψυχή μου.

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα πολὺ μεγάλο καὶ ἀσύνδετο κάπως ποίημα) *
* Ἡ ὑποσημείωση ἀνήκει στὴν ποιήτρια.

Σχολιάστε

Filed under Ανέκδοτα Ποιήματα