Category Archives: Ποίηση

Ποίηση

ΓΛΕΝΤΙ

Σ᾿ ἕνα γλέντι μὲ κάλεσαν οἱ σύντροφοι.
Δὲ θ᾿ ἀρνηθῶ. Θὰ πάω νὰ λησμονήσω!
Θὰ φορέσω τὸ κόκκινό μου φόρεμα
καὶ τὴν ἴδια ὀμορφιά μου θὰ φθονήσω.

Τὸ νεκρὸ πὤχω μέσα μου περήφανα
καὶ στοργικὰ μαζί μου θὰ τὸν πάρω.
Θἆμαι σὰ χαρωπή, σὰ μυστικόπαθη
θἆμαι μία ἀποσταλμένη ἀπὸ τὸ Χάρο.

Οἱ μελλοθάνατοι σύντροφοι στὸ γλέντι τους
κι᾿ ἂν πίνουνε κρασὶ δὲ θὰ μεθοῦνε.
Μία κατάρα θὰ στέκεται στὸ πλάι τους
μὰ θἆμαι ὡραία καὶ δὲ θὰ ὑποψιασθοῦνε.

Ἔπειτα ἕνα τραγούδι θὰ ζητήσουνε
μήπως σὲ μία χλωμὴ χαρὰν ἐλπίσουν,
μὰ τόσο ἀληθινὸ θἆν᾿ τὸ τραγούδι μου
ποὺ σαστισμένοι θὰ σωπήσουν.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Στὴν ἀκοίμητη Σκιὰ τοῦ Ἰωσὴφ Ραφτόπουλου

Τοῦ φθινοπώρου ἡ πνοὴ περνάει
στὰ δέντρα ποὺ δὲν τὰ φοβίζει
καταστροφή.
Ὁ εὐκάλυπτος τὴν κυβερνάει,
μιλοῦν σὰ φίλοι καὶ λυγίζει
τὴ νέα κορφή.

Ὁ πεῦκος ἄκουε μεθυσμένος
κάποιονε θρύλο ποὺ θρηνοῦσε
μέσ᾿ στὰ κλαδιά.
Θυμᾶται ποὺ συλλογισμένος
ὁ ἐρωτικὸς ποιητὴς περνοῦσε,
ὅλος καρδιά.

Τὰ μάτια του γέμιζε ὁ πόνος.
Στὰ σφραγισμένα χείλη ἀνθοῦσε
τὸ χλωμὸ φῶς.
Ὁ ποιητής περνοῦσε μόνος.
Τοῦ τραγουδιοῦ του ἀκόμη ἀχοῦσε
ὁ στεναγμός.

Μὰ τώρα σιώπησε ἡ καρδιά του
καὶ μόνον ὁ ἔρωτάς του μένει
καὶ περπατεῖ.
Καὶ ὅλοι μας λέμε εἶναι ἡ σκιά του
ποὺ τριγυρίζει – εἶναι ἡ θλιμμένη
σκιὰ τοῦ ποιητῆ.

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

«ΣΩΤΗΡΙΑ»

Ἂς περάσει πιὰ ἡ μέρα μὲ τὸ φῶς της.
Ἡ νύχτα γιατί τόσο ἀργοπορεῖ;
Στῶν πεύκων τὶς σκιὲς μία πολυθρόνα
μὲ καρτερεῖ.

Τῶν θαλάμων θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα
κι᾿ ὁ ὕπνος θἄρθη σὰ λιγοθυμιά.
Ἕνα ἀδειανὸ κρεββάτι, ἐδῶ δίνει
ἐντύπωση καμμιά.

Θὰ μὲ διπλώση τὸ σκοτάδι κι᾿ ὅπως
μεσ᾿ στὶς βαθιὲς σκιὲς θὰ μπερδεφτῶ,
πὼς εἶμαι θὰ πιστέψω πάλι κάτι
ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.

Μέσα στὸ φόβο θὰ βαθαίνη ἡ νύχτα
ὅταν ὁ ἄνεμος θἄρθη ξαφνικά.
Ὁ εὐκάλυπτος τὰ μαλλιά του θὰ τινάξη
καὶ τῶν ὀνείρων μαζὶ τὰ μυστικά.

Τὸ μυστικὸν ἀγώνα θὰ γροικάω
τοῦ φθινοπώρου, ἀνίκητος ἐχθρός.
Θὰ μὲ λικνίζη χαρωπὸ τραγούδι
ὁ ἀπελπισμένος θρός.

Κι᾿ ἂν δὲν τὴν καρτερῶ, ξέρω πὼς θἄρθη
ἡ γάτα αὐτὴ ποὺ νυχτοπερπατεῖ,
μία γάτα ποὺ δὲν ξέρει τί εἶνε χάδι
καὶ δὲν τὸ δίνει καὶ δὲν τὸ ζητεῖ.

Στὰ πόδια μου κοντὰ κάθεται μόνο,
ἀδιάφορη στὸ κρύο τὸ παγερό,
διακριτικὰ τὸ βλέμμα μου ἀποφεύγει
κ᾿ εἶνε σὰ νὰ μὲ ξέρη ἀπὸ καιρό.

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ

Ποιὰ μοίρα νὰ μοῦ ἑτοίμασε τὸ πέρασμα,
ποιὸ πνεῦμα μ᾿ ἔχει πάρει,
τὴ νύχτα ἀπόψε τὴ φθινοπωριάτικη
μ᾿ ἕνα μεγάλο θλιβερὸ φεγγάρι.

Στὸν κῆπο τοῦ Ζαππείου, φωλιὰ τοῦ ἔρωτα;
Ἐγὼ μία σκιὰ ποὺ σέρνεται στὸ χῶμα,
ἕνα φύλλο ποὺ πιὰ τὴ ρίζα του ἔχασε
καὶ ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος ἀκόμα.

Ἔρημα τὰ δρομάκια, ἔρημοι οἱ πάγκοι του.
Τὸ σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
ἀμφίβολα. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐφύγανε
οἱ ἐρωτευμένοι.

Ἐδῶ ἕνας νέος σκυθρωπὸς ἑτοίμαζε
κάποια χαρὰ στὴν παθιασμένη ζωή του.
Φιλοῦσε ἑνὸς μικροῦ χεριοῦ τὰ δάχτυλα
μεθοῦσεν ἡ συλλοή του.

Ἐκεῖ, κάποιος ποτὲ ποὺ δὲν ἐπίστεψε
ζητᾶ ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα χείλη
τὸ μάταιον ὅρκο. Πόσο πιὸ καλλίτερα
νἄτανε σιωπηλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφίλει.

Ἐδῶ, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο μάρμαρο
εἶχε καθήσει ἡ κόρη
κ᾿ ἕνας ἄντρας ξανθὸς σὰν ἥλιος, τὸ εἴδωλο
τῆς ἀγάπης ἐθώρει.

Κάποιος, μέσ᾿ στὶς σκιὲς ποὺ ὅλο βαθαίνουνε,
ἕνας θεὸς ποὺ ἐξιλασμὸ ζητοῦσε,
μιᾶς παρθένας τὸ σῶμα ξέσκεπο ἅπλωσε
καὶ τῆς νύχτας τὰ πνεύματα καλοῦσε.

Στὸν πάγγο ποὺ τὸ βάρος τὸν γονάτισε
τὸν ἔδειρε μία τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυὸ ψυχὲς ποὺ ἀρρώστησαν
καὶ δὲν τοὺς δίνει ἡ ἀγάπη τους χαρὰ καμμία.

Τόσα φιλιὰ καὶ κρυφοαναστανέγματα
σὲ μία στιγμὴ πὼς σβήσαν!
Τὸ ἀγέρι τοῦ φθινόπωρου δυνάμωσε
κ᾿ οἱ ἐρωτευμένοι φύγαν καὶ μ᾿ ἀφῆσαν.

Νά, μόλις φύγαν. Μένει ἀκόμα τὸ ἄρωμα
τριγύρω ἐδῶ χυμένο.
– Καὶ γὼ μία σκιὰ ποὺ δὲ θὰ μὲ ὑποψιάζονταν
κανείς, τί θέλω ἐδῶ, τί μένω;

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβὰ τὰ δάκρυα τοῦ καημοῦ
στέγνωσαν στὰ χλωμὰ τὰ μάγουλά μου
καὶ στάθηκα τὸ νόημα τοῦ χαμοῦ
ζητώντας ἄθελά μου.

Καὶ στάθηκα ρωτώντας τὸ γιατί
στὰ πλούσια, στὰ περήφανα στολίδια
κ᾿ εἶπα, νἄταν ἡ ἀγάπη τάχα αὐτή;
ἡ ζωὴ μὴν ἦταν ἡ ἴδια;

Καὶ στάθηκα ρωτώντας τὸ γιατί
ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἡ νειότη μου εὐωδοῦσε
κι᾿ ἄκουσα μία φωνή, μία βαρετὴ
φωνὴ ποὺ προβοδοῦσε.

Κ᾿ ἔμεινα ἐκεῖ στημένη, ὡς ποὺ σιγὰ
τὸ ρώτημα σὲ γέλιο ἀπολιθώθη
καὶ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ σιγὰ
στὰ μάτια μου καρφώθη.

Καμμιὰ φωνὴ δὲ φτάνει ἀπ᾿ τὰ πολλὰ
τὰ δυνατὰ πρὶν ᾿πο μένα πῆγαν.
Οἱ γνωστικοί με κύτταξαν καλὰ
κ᾿ εἶπαν πὼς εἶμαι φάντασμα καὶ φύγαν.

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

ΜΕΣ᾿ ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΟΥ…

Μέσ᾿ στὸ σπιτάκι μου ἦταν μία φορά
τῆς ξεγνοιασιᾶς τὸ μύρο.
Καὶ γὼ ἤμουν τὸ τραγούδι μὲ φτερὰ
ποὺ ξεπετιόταν γύρω.

Μὰ λίγο λίγο πίκραινε ὁ σκοπὸς
στὰ παιδικά μου χείλη
καὶ σάμπως ἕνας χρόνος ἀγριωπὸς
νἄχε ἄξαφνα ἀνατείλει.

Λυγίστη τοῦ πατέρα μου ἡ βουλὴ
στὰ θαλασσιά του μάτια
κ᾿ ἔκλεισαν σὰ νὰ βάρυναν πολύ.
Μέσ᾿ στ᾿ ἄφωνα δωμάτια,

Περήφανη ἡ μητέρα μου κι᾿ ὀρθὴ
στὰ πλουμιστὰ σαντάλια,
λὲς ἄφησε ἡ ψυχή της νὰ παρθῆ
στοχαστικὴ σὰν ντάλια.

Καὶ τὰ παιδιὰ τῆς πίκρας τὸ γραφτὸ
νὰ ζοῦν καὶ νὰ σωπᾶνε
καὶ φύλλα ἀπώνα ἀνώφελο φυτὸ

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση

ΓΙΑΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ

Γιατί δὲ θέλει ἡ αὐγὴ νὰ μοῦ γελάση
κι᾿ ἀπόκρυψε τὴ ρόδινη μορφή;
Γλυκὸ τ᾿ ὄνειρο σήμερα ἔχω πλάσει
κεῖ ποὺ ἔχει ἄνανθο τ᾿ ὄνειρο ταφῆ.

Ὅμως καμμιὰ δὲ θὰ μοῦ δώση ἐλπίδα
καὶ μένει μὲ τὸ πένθος στὴ στολή,
μὲ μία μαβιὰ στὴν ὄψη της ἀχτίδα
ποὺ πνίγεται στὰ δάκρια θολή.

Ὤ, νἄχε θυμηθῆ πὼς κάποια μέρα
στὸν ἄνεμο τὸ φθινοπωρινὸ
εἶχα ποθήσει τὸ γαλάζιο αἰθέρα
τοῦ ὀνείρου, πρὶν σημάνη ἑσπερινό.

Καὶ νἄρθη ἐκεῖ στερνὰ ποὺ θἄχη γύρει
πικρὴ ἡ ζωή μου κι᾿ ἄνανθη, γλυκὰ
νὰ μοῦ χαμογελάση καὶ νὰ σπείρη
τὰ ρόδινα τοῦ ἀνθοῦ της μυστικά.

Σχολιάστε

Filed under Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ποίηση